Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Ή γιαγιά μου είχε πολλή παλληκαριά.

- Γέροντα, μιά φορά μάς είχατε πει κάτι γιά τήν γιαγιά σας...
- Ή γιαγιά μου είχε πολλή παλληκαριά. Είχε πάντοτε μαζί της γιά ασφάλεια ένα γιαταγάνι! Βλέπεις, χήρα γυναίκα ήταν, μέ δυό παιδιά, πώς νά τά βγάλη πέρα μέ τους Τούρκους! Δύσκολα χρόνια!... Τήν φοβόνταν όλοι. Παλληκάρι! Μιά φορά ένας κλέφτης είχε πάει νά κλέψη σέ ένα αμπέλι πού ήταν κοντά στά μνήματα. Γιά
νά τον φοβηθούν, φόρεσε ένα πουκάμισο άσπρο μέχρι κάτω. Ύστερα μπήκε στά μνήματα, έτσι όπως ήταν μέ το άσπρο πουκάμισο, και γύριζε εκεί μέσα. Τότε έτυχε νά περάση άπό τά μνήματα ή γιαγιά μου. Ό κλέφτης, μόλις τήν είδε, ξάπλωσε
κάτω και έκανε τον πεθαμένο, γιά νά τήν φοβερίση, νά νομίση ότι είναι βρυκόλακας. Εκείνη όμως τον πλησίασε και τοϋ είπε: «Εσένα, αν ήσουν καλός άνθρωπος, θά σέ είχε λειώσει τό χώμα»! Γυρίζει μετά το γιαταγάνι άπό τήν ανάποδη και αρχίζει νά τον δέρνη. Τόν είχε σακατέψει. Ούτε ήξερε ποιος ήταν. Ύστερα άκουσε στό χωριό ότι ό τάδε είναι σακατεμένος και έτσι έμαθε ποιος ήταν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου